27/2/11

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΡΙΟΣ-ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΟ-ΡΥΘΜΟΣ ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ 2/4

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΡΙΟΣ -ΙΚΑΡΙΩΤΙΚΟ

ΜΕΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΤΑ ΝΗΣΙΑ-ΜΠΑΛΟΣ 2/4

ΜΕΣ ΤΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ ΤΑ ΝΗΣΙΑ-ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΛΑΛΕΖΑΣ

ΠΕΝΤΟΖΑΛΗΣ ΜΕ ΜΑΝΤΟΛΙΝΟ -ΡΥΘΜΟΣ 2/4

ΠΕΝΤΟΖΑΛΗΣ ΜΕ ΜΑΝΤΟΛΙΝΟ

ΤΟ ΣΦΑΓΕΙΟ -ΡΥΘΜΟΣ ΜΑΡΣ 2/4 ΓΡΗΓΟΡΟ

ΤΟ ΣΦΑΓΕΙΟ -ΜΟΥΣΙΚΗ & ΣΤΙΧΟΙ ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

ΡΥΘΜΟΙ 2/4

ΡΥΘΜΟΙ 2/4 Χασάπικο (2/4) Ακούστε
8 8 8 8
Τ | Τ |
B1 Κ B5 K

Παραδείγματα: Ζορμπάς, Όλοι οι ρεμπέτες του Ντουνιά - Μ. Βαμβακάρης, Σήκω χόρεψε συρτάκι - Γ. Ζαμπέτας[midis/2-4sikoXorepseSirtaki.mid|Ακούστε]]. Σχόλια: Το Χασάπικο εκτελείται αργά. Όμοιος ρυθμός είναι και το «Μάρς» μόνο που παίζεται πολύ πιο γρήγορα (π.χ. Το σφαγείο – Μ. Θεοδωράκης) Διευκρίνιση: Tα όγδοα μπορεί να μη διαρκούν όλο το χρόνο τους και να είναι "κοφτά": Ακούστε Παραλλαγή με "strum"Ακούστε

8 8 8 8
Τ | Τ |
S Κ B5 K

Στη θέση του Β5 μπορεί να είναι και το Β1 ανάλογα τι ταιριάζει σ' εκείνο το σημείο του τραγουδιού. Και εδώ με μικρή παραλλαγή, τα όγδοα 2ο και 4ο μπορεί να μην διαρκούν όλο το χρόνο τους (πιο κοφτά): Ακούστε

Σούστα (2/4) Ακούστε

8 16 16 8 8
Τ | | Τ |
Β1 Κ Κ Β5 Κ
v v ^ v v

Παραδείγματα: Η μεγάλη πλειοψηφία των νησιώτικων τραγουδιών μας Σχόλια: Κυρίως νησιώτικος ρυθμός. Τα 2 δέκατα έκτα παίζονται στο σήκωμα του πρώτου χτυπήματος (αντικαθιστούν / είναι ισόχρονα με το 1 όγδοο του προηγούμενου ρυθμού) Σούστα - παραλλαγή: Ακούστε

8 16 16 8 8
Τ | | Τ |
S Κ Κ Β5 Κ
v v ^ v v

Σχόλια: Το "v" δηλώνει χτύπημα προς τα κάτω, το "^" προς τα πάνω.

Πεντοζάλης (2/4) Ακούστε

8 16 16 8 8
Τ | | T |
B1 - K B5 K

Παραδείγματα: Κυρίως τραγούδια της Κρήτης Σχόλια: Ρυθμός πολύ διαδεδομένος στην Κρήτη. Παίζεται γενικά γρήγορα. Το πρώτο δέκατο έκτο της Σούστας αντικαθίσταται με παύση. Το δεύτερο δέκατο έκτο παίζεται μόλις η άρση του πρώτου χτυπήματος αρχίσει να «κατηφορίζει» (πηγαίνει προς τη δεύτερη θέση)

Μπάλος (2/4) Ακούστε

8+16
8+16
8
Τ
|
|
B1
Κ
K
v
^
^

Παραδείγματα: Μες του Αιγαίου τα νησιά - Παραδοσιακό Σχόλια: Νησιώτικος ρυθμός. Παίζεται με μέτρια ταχύτητα, σχετικά κοφτά. Είναι δύσκολο να μετρηθεί με το πόδι εξ’ αιτίας των τονισμένων χτυπημάτων στα Καντίνια. Το "8+16" δηλώνει "παρεστιγμένο όγδοο", δηλ. όγδοο με τον χρόνο του προσαυξημένο κατά το μισό, δηλ. ένα όγδοο συν ένα δέκατο έκτο.

Ικαριώτικη Παραλλαγή (2/4) Ακούστε

8 8 16 16 8
| T | | |
B5 B1 K K K
v v v ^ v

Παραδείγματα: Χρόνια και χρόνια τώρα τριγυρνώ - Παραδοσιακό Σχόλια: Νησιώτικος ρυθμός. Παίζεται με μέτρια ταχύτητα, επίσης κοφτά. Είναι ίσως ευκολότερο να αρχίσει το μέτρημα από το δεύτερο χτύπημα (Β1).

Ηπειρώτικο (2/4) ΑκούστεΤο Ηπειρώτικο (Πωγωνίσιο) συνήθως παίζεται σαν αργό "μπαγιό" (ή "μπαγιόν") ή κάνοντας αλλαγές με διάφορες παραλλαγές αλλάζοντας από το ένα στο άλλο στιλ:

8 16 16 8 8 (Bayon*)
Τ | | Τ |
Β1 Κ Κ Β5 Κ μερικά μέτρα έτσι και μετά:
16 16 16 16 8 8 (παραλλαγή 1)
Τ | | | Τ |
Β1 Κ Κ Κ Β5 Κ αλλά και μετά:
16 16 16 16 16 16 8
Τ | | | Τ | |
Β1 Κ Κ Κ Β5 Κ Κ (παραλλαγή 2)

Παραδείγματα: Στης πικροδάφνης τον ανθό - Παραδοσιακό Ακούστε με διάφορες παραλλαγές και περάσματα που συνηθίζονται στο ρυθμό. Το ακόρντο είναι Am7 και δεν αλλάζει καθόλου, κανονικά θα πήγαινε και C στην αλλαγή αλλά στο βορειοηπειρώτικο στιλ συνηθίζουν να μένουν συνέχεια στο Am7 σε πάρα πολλά τραγούδια και να δίνουν στον τραγουδιστή την ευχέρεια να κινηθεί όπως θέλει. Άλλος λόγος είναι αυτή η βορειοηπειρώτικη περίεργη πολυφωνία που συμφωνεί καλύτερα με το Am7. Σχόλια: Ηπειρώτικος ρυθμός. Παίζεται με μέτρια ταχύτητα. Οι αλλαγές αυτές δεν ακολουθούν κάποιον συγκεκριμένο κανόνα αλλά εξαρτώνται από τη διάθεση του οργανοπαίχτη. Στο κάτω - κάτω δημοτικά είναι, οι δημιουργοί τους δεν τα 'γραφαν σε παρτιτούρες! Έχω την εντύπωση ότι ο πρώτος ρυθμός (και ο πιο απλός - Bayon) πρέπει να 'ναι πιο κοντά στην παράδοση.

  • Την ονομασία "Bayon" τη βρήκα σε ένα βιβλίο του Τσιτσάνη και αναφέρεται στο τραγούδι "Τα λιμάνια" ("Το πλοίο θα σαλπάρει...") και είναι ακριβώς ο ίδιος ρυθμός από άποψη αξιών τουλάχιστον.

Βέβαια μερικές φορές δεν είναι μόνο οι αξίες που δίνουν το όνομα σε ένα ρυθμό αλλά και το τέμπο (ταχύτητα) π.χ. χασάπικο και χασαποσέρβικο. Και το μπαγιόν αν παιχτεί γρήγορα γίνεται σούστα.

25/2/11

ΖΟΡΜΠΑΣ - ΡΥΘΜΟΣ 2/4 ΧΑΣΑΠΙΚΟ

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΖΙΣΤΟΥΔΗΣ- ΖΟΡΜΠΑΣ

ΕΝΑ ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ


Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Χορωδία ( Ντουέτο )

Άλλες ερμηνείες:
Γιώργος Νταλάρας
Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Γιάννης Κότσιρας


Ενα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβή
για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή
Θέλει νεκροί χιλιάδες να 'ναι στους τροχούς
Θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους.

Θε μου Πρωτομάστορα μ' έχτισες μέσα στα βουνά
Θε μου Πρωτομάστορα μ' έκλεισες μες στη θάλασσα!

Πάρθηκεν από μάγους το σώμα του Μαγιού
Το 'χουνε θάψει σ' ένα μνήμα του πέλαγου
σ' ένα βαθύ πηγάδι το 'χουνε κλειστό
μύρισε το σκοτάδι κι όλη η άβυσσος

Θε μου Πρωτομάστορα μέσα στις πασχαλιές και Συ
Θε μου Πρωτομάστορα μύρισες την Ανάσταση

ΕΝΑ ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ -ΡΥΘΜΟΣ 2/4

ΕΝΑ ΤΟ ΧΕΛΙΔΟΝΙ-ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ-ΣΤΙΧΟΙ ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ-ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗΣ

ΡΥΘΜΟΣ 2/4 ΓΙΑ ΚΙΘΑΡΑ

Ρυθμός (2/4)

8 8 8 8
Τ | Τ |
B1 Κ B5 K
v v v v

Επεξήγηση:

1. Ρυθμός (2/4): Οι αριθμοί οι οποίοι βρίσκονται στην αρχή κάθε μέτρου (είναι ο ρυθμός του κομματιού) καθορίζουν το πλήθος και τη διάρκεια των «χτυπημάτων» που πρέπει να κάνει ο μουσικός για να ανταποκριθεί ρυθμικά στο κομμάτι. Στο παραπάνω σχήμα ο ρυθμός του πρώτου μέτρου (και του κομματιού) είναι 2/4 (διαβάζεται 2 τέταρτα). Το κλάσμα λοιπόν του ρυθμού ενός κομματιού σημαίνει ότι: Ο αριθμητής του κλάσματος (π.χ. 2) ορίζει το πλήθος των «χτυπημάτων» τα οποία βρίσκονται σε κάθε μέτρο (δηλαδή εδώ 2 χτυπήματα). Ο παρανομαστής (π.χ. 4) ορίζει τη σχετική διάρκεια κάθε χτυπήματος (π.χ. διάρκεια ενός τετάρτου το καθένα). Πρακτικά, ο απλούστερος τρόπος μετρήματος γίνεται με το πόδι – χτυπάμε το πόδι στο έδαφος, ισόχρονα – και είναι ο εξής: • Α. Βλέπουμε τον παρανομαστή του ρυθμού (π.χ. 4), και καταλαβαίνουμε ότι το κάθε χτύπημα του ποδιού ισοδυναμεί με χρονική αξία 1/Χ (π.χ. αξία ενός τετάρτου). • Β. Βλέπουμε τον αριθμητή του ρυθμού (π.χ. 2), και καταλαβαίνουμε ότι χτυπώντας 2 φορές το πόδι μας έχουμε καλύψει το πρώτο μέτρο του τραγουδιού. (τα επόμενα δυο χτυπήματα καλύπτουν το δεύτερο μέτρο κ.ο.κ.)

2. 8 8 8 8:Τα 4 οχτάρια σημαίνουν 4 χτυπήματα ογδόου (4 χτυπήματα του 1/8 το καθένα). Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, τα χτυπήματα ογδόων παίζονται ως εξής: • Το πρώτο όγδοο στη Θέση (στο «πέσιμο») του πρώτου χτυπήματος του ποδιού. • Το δεύτερο όγδοο στην Άρση (στο «σήκωμα») του πρώτου χτυπήματος του ποδιού. • Το τρίτο όγδοο στη Θέση (στο «πέσιμο») του δεύτερου χτυπήματος του ποδιού. • Το τέταρτο όγδοο στη Άρση (στο «σήκωμα») του δεύτερου χτυπήματος του ποδιού.

Άλλα χτυπήματα που θα συναντήσετε είναι: • 4 (χτυπήματα του 1/4ου το καθένα)

• 8 (χτυπήματα του 1/8ου το καθένα) • 16 (χτυπήματα του 1/16ου το καθένα) • 32 (χτυπήματα του 1/32ου το καθένα) Η (σχετική) διάρκεια κάθε χτυπήματος έχει ως εξής: ένα χτύπημα του 1/4 (ενός τετάρτου) είναι ισόχρονο (διαρκεί το ίδιο) με 2 χτυπήματα του 1/8 (ενός ογδόου) ή με 4 χτυπήματα του 1/16 (ενός δεκάτου έκτου) κ.ο.κ.

3. T | T |:Ένδειξη τονισμένου ( Τ ) ή άτονου ( | ) χτυπήματος. Τα τονισμένα χτυπήματα (συνήθως) γίνονται στη Θέση (στο «πέσιμο» του μετρήματος με το πόδι) ενώ τα άτονα στην Άρση (στο «σήκωμα» του μετρήματος με το πόδι).

4. Β1 K B5 K: Ένδειξη τι είδους χτυπήματα μπορεί να είναι αυτά (π.χ. προς τα ’πάνω, μόνο μπάσσο κ.λ.π.). Και έχουμε: • Β1: Χτύπημα Μπάσου. Χτυπάμε την κύρια νότα της συγχορδίας (π.χ. χτυπάμε ΛΑ Μπάσο στη συγχορδία ΛΑ Μινόρε) • Β5: Χτύπημα Μπάσου. Χτυπάμε την Πέμπτη νότα της συγχορδίας (π.χ. χτυπάμε ΜΙ Μπάσο στη συγχορδία ΛΑ Μινόρε – Η ΜΙ είναι η πέμπτη βαθμίδα της ΛΑ) • Β7: Χτύπημα Μπάσου. Χτυπάμε την έβδομη νότα της συγχορδίας (π.χ. χτυπάμε ΣΟΛ Μπάσο στη συγχορδία ΛΑ Μινόρε – Η ΣΟΛ είναι η έβδομη βαθμίδα της ΛΑ) • Κ: Χτύπημα Καντίνι: Χτυπάμε και ταυτόχρονα και τις τρεις κάτω χορδές με το δείκτη, τον μέσο και τον παράμεσο. • i: Χτύπημα δείκτη (στην Τρίτη χορδή – ΣΟΛ) • m: Χτύπημα μέσου (στην δεύτερη χορδή – ΣΙ) • a: Χτύπημα παράμεσου (στην Πρώτη χορδή – ΜΙ) • m+a: Ταυτόχρονο χτύπημα μέσου και παράμεσου (αντίστοιχα στη δεύτερη και πρώτη χορδή) • -: Παύση (σταματάμε τις χορδές)

5. v ^ v ^: Ένδειξη για τη φορά της πένας. " v " = φορά προς τα κάτω, " ^ " = φορά προς τα πάνω. Στους περισσότερους ελληνικούς ρυθμούς συνήθως η πένα πάει συνέχεια προς τα κάτω σε όλα τα χτυπήματα. Σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει καμία επεξήγηση σχετικά με τη φορά της πένας στο ρυθμό. Σε μερικούς όμως γρήγορους ρυθμούς η πένα μπορεί να έχει και αντίστροφο χτύπημα (προς τα πάνω). Σε αυτή την περίπτωση σημειώνεται και η φορά της πένας κάτω από κάθε χτύπημα.

Έτσι συνοψίζοντας, το παράδειγμα του ρυθμού μας ερμηνεύεται ως εξής:

Ρυθμός (2/4) Ακούστε

8 8 8 8
Τ | Τ |
B1 Κ B5 K

• Ο ρυθμός είναι 2/4 που σημαίνει 2 χτυπήματα (τετάρτου) με το πόδι. • Το πρώτο χτύπημα είναι ογδόου, τονισμένο, στην κύρια νότα της συγχορδίας (μπάσο) και παίζεται στο πέσιμο του πρώτου χτυπήματος. • Το δεύτερο χτύπημα είναι επίσης ογδόου, άτονο, γίνεται με τα «καντίνια» - τις τρείς κάτω χορδές- και παίζεται στο σήκωμα του πρώτου χτυπήματος. κ.ο.κ. Ένα τραγούδι-παράδειγμα που παίζεται κατ’ αυτό τον τρόπο είναι το «Ένα το χελιδόνι» του Μ. Θεοδωράκη.


ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΡΥΘΜΟΣ

Εισαγωγή ' Είναι δύσκολο να μεταδοθεί η έννοια του ρυθμού ενός κομματιού απ΄ το χαρτί, αλλά θα κάνουμε μια προσπάθεια . Το εγχείρημα γίνεται ακόμη δυσκολότερο διότι δεν υπάρχει κάποιο ευρέως αποδεκτό πρότυπο στη σημειολογία (notation) των ρυθμών.

24/2/11

AMBIENT

Ambient

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ambient
Καταγωγή: Κλασική μουσική, Krautrock, Ηλεκτρονική μουσική
Τόπος γέννησης: 1970, Ευρώπη
Μουσικά όργανα: Κυρίως διάφορα ηλεκτρονικά όργανα
Συναφή άρθρα: Κλασική μουσική, Jazz, Drone, New Age
Μουσικοί: Brian Eno, Steve Roach, Pete Namlook, Brunette Models, Eluvium,
Είδη

Το Ambient είναι ένα ατμοσφαιρικό μουσικό είδος που δύσκολα μπορεί να περιγραφεί είναι να καταταγεί σε μια κατηγορία. Είναι μουσική που συνδιάζει επιρροές από πολλά μουσικά είδη. Από την κλασική μουσική και την τζαζ μέχρι την καλλιτεχνική ηλεκτρονική μουσική, την noise και το ροκ.

Γενικά, ως ambient χαρακτηρίζεται η μουσική η οποία έχει γραφτεί για να μην απαιτεί πολύ από την προσοχή του ακροατή και μπορεί να υπάρξει απλά στο υπόβαθρο. Συνήθως έχει έντονο το στοιχείο της επανάληψης χωρίς μεγάλες αλλαγές στον ήχο και την ενορχήστρωση του κάθε κομματιού.

ΚΙ ΟΛΟ ΠΕΤΑΩ


Στίχοι: Στέλιος Φωτιάδης
Μουσική: Στέλιος Φωτιάδης
Πρώτη εκτέλεση: Γλυκερία


Σε γαλάζιες θάλασσες, σε έρημα νησιά,
στου κόσμου τα μυστικά, στον παράδεισο..
Σε βροχές με χρώματα, σε ήλιους και φωτιές
ζωγράφισα ένα όνειρο και χάθηκα στο φως του..
σαν άνεμος..

Κι όλο πετάω, πετάω, πετάω, πετάω,
στα σύννεφα μπαίνω, σ' αναζητάω..
κι όλο πετάω, πετάω, πετάω,
ουράνιο τόξο στα χέρια κρατάω..
τον έρωτά σου τραγουδάω,
πετάω, πετάω, πετάω..
τον έρωτά σου τραγουδάω,
πετάω, πετάω, πετάω..

Σε φεγγάρια κόκκινα, σε άστρα μακρινά,
ταξίδια μαγικά μες στα μάτια σου..
Μες στο πρώτο φίλημα και τις μουσικές,
ζωγράφισα ένα όνειρο και χάθηκα στο φως του..
σαν άνεμος..

Κι όλο πετάω, πετάω, πετάω,
στα σύννεφα μπαίνω, σ' αναζητάω..
κι όλο πετάω, πετάω, πετάω,
ουράνιο τόξο στα χέρια κρατάω..
τον έρωτά σου τραγουδάω,
πετάω, πετάω, πετάω..
τον έρωτά σου τραγουδάω,
πετάω, πετάω, πετάω..

ΚΙ ΟΛΟ ΠΕΤΑΩ-ΓΛΥΚΕΡΙΑ-ΣΥΝΘΕΤΗΣ & ΣΤΙΧΟΥΡΓΟΣ ΣΤΕΛ. ΦΩΤΙΑΔΗΣ

ΚΙ ΟΛΟ ΠΕΤΑΩ-ΜΟΥΣΙΚΗ & ΣΤΙΧΟΙ ΣΤΕΛΙΟΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ

ΚΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ-ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ

ΚΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΒΡΑΔΥ-ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΕΛΙΟΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ-ΣΤΙΧΟΙ ΠΑΝΟΣ ΦΑΛΑΡΑΣ

ΝΟΣΤΡΑΔΑΜΟΣ ΔΩΣ ΜΟΥ ΤΟ ΧΕΡΙ ΣΟΥ

ΝΟΣΤΡΑΔΑΜΟΣ-ΔΩΣ ΜΟΥ ΤΟ ΧΕΡΙ ΣΟΥ-ΜΠΑΣΟ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΕΛΙΟΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ-ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΓΛΕΖΟΥ

23/2/11

ΔΩΣ' ΜΟΥ ΤΟ ΧΕΡΙ ΣΟΥ

Δώσ’ μου το χέρι σου

Νοστράδαμος

Αποστολέας: Το Σκρίπτο του Νέου Κιθαρωδού
Στάλθηκε: 21-06-1998
(12 ψήφοι)

Am
Όταν μου δίνεις αγάπης φιλιά
G
όταν μου λες λόγια αγάπης τρελά
Dm
νιώθω πουλί με γαλάζια φτερά
Am
πετώ μαζί σου για πρώτη φορά

Άπλωσα χέρια σαν δίχτυα πλατιά
σένα και μένα να πάνε μακριά
άτι ολάσπρο με χαίτη χρυσή
πάνω του είμαι εγώ και εσύ

G Am
Δώσ’ μου το χέρι σου ] 2x
G
Mεσ’ τη ζωή
C Dm
χωρίς αγάπη ποιος μπορεί να κρατηθεί

Eίν’ η ζωή μου ένας χώρος κενός
μόνος μου νιώθω πως είμαι τρελός
ήρθες και μου ’φερες κάποια αρχή
με τ’ όνομά σου αρχίζει η ζωή

Όνειρα γύρω μας χίλια περνούν
είναι τα μάτια σου που με κοιτούν
στάζουν ασήμι μες την καρδιά
σαν γοργοτάξιδα άσπρα πουλιά

Δώσ’ μου το χέρι σου...

ΣΤΕΛΙΟΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ

Φωτιάδης Στέλιος

http://www.nikiagiaparaskevi.gr/wp-content/uploads/2010/10/50_fotiadis.jpg

(Θεσ/νίκη 1951). Δημοφιλής σύγχρονος μουσικός και εξαιρετικά επιτυχημένος τραγουδοποιός (μόνο μουσική). Μελέτησε πιάνο με την Ελ. Ζιώγα. Κατόπιν επαιζε μπάσο και μετείχε στα φωνητικά των "Βορείων" των «Fratelli», των «Αrtomics» και των "Νοστράδαμος" (που εκείνος συγκρότησε το 1972). Με το τραγούδι «Δώσ’ μου το χέρι σου» πήρε το 1972 βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συνθέτη στο Φεστιβάλ Ελλ Τραγουδιού της Θεσ/νίκης. Στη συνέχεια συνέθεσε δημοφιλή ελαφρολαϊκά τραγούδια, που ερμηνεύτηκαν συνήθως από τη σύζυγό του [[Γλυκερία|Γλυκερία]] (o πρώτος δίσκος τους κυκλοφόρησε το 1980 με τίτλο "Στα μάτια κοίτα με", περιέχοντας 12 λαϊκά τραγούδια και μπαλάντες). Τα τέλη της δεκαετίας του 1980 τον βρήκαν επαγγελματία παραγωγό στη «Warner Music» και παράλληλα μαέστρο σε ορχ. κοσμικών Κέντρων. To 1990 o δίσκος του (με ερμηνεύτρια τη γυναίκα του) "Όλα μου τα μυστικά" έγινε "πλατινένιος" (58.000 αντίτυπα). Από το 1993 είναι ιδιοκτήτης της ανεξάρτητης δισκογραφικής Εταιρείας «Eros Music» (με σημαντική παρουσία στον Χώρο και με συνεργάτες όπως [[Ανωγειανάκης_Φοίβος|ο Φοίβος]], ο Δ. Κόκοτας, κ.ά.) ενώ τον ίδιο χρόνο μεγάλη επιτυχία σημείωσε και ο δίσκος του (ασφαλώς με τη Γλυκερία) "Η χώρα των θαυμάτων" («χρυσός», των 35.000 αντιτύπων). Άλλοι LP δίσκοι του: "Νοστράδαμος" (1972), "Καινούργια μέρα" (1975, με συμμετοχή των Β. Μπονάτσου, Δ. Ψαριανού και της Δ. Γλέζου), "Πού να βρεις την άκρη" (1977), "Λοταρία" (1979), "Δ. Ψαριανός" (1979), «Στα μάτια κοίτα με» (1980), «Αφετηρία» (1981), «Travelling around Greece» (1987, ορχηστρικός), «Της νύχτας κανταδόρος» (1988), «Σε μια σχεδία» (1994), «Crazy nights in Mykonos» (1998), «Μάσκα» (1998, «χρυσός» δίσκος των 25.000 αντιτύπων), κ.λπ. Μετέχει επίσης στους δίσκους: «Νυχτερινοί έρωτες» (1990), «Οι διπλοπενιές» (1993), "Χίλια βράδυα" (1994). Ορισμένα γνωστά τραγούδια του: «Ώρα μηδέν», «Χωρίς ταυτότητα», «Βόλτα με κλεμμένο αμάξι», «Σαν επιβάτης», «Βροχή στα μάτια», «Πήρε τ’ όνειρο ο καιρός», «Καρδιά μου κουράγιο», «Τ’ απόβραδα στον Πειραιά», «Ο Μεγαλέξανδρος», "Είμαι καλά σ' ευχαριστώ", «Τί τραγούδι να πούμε», «Να γιατί τις νύχτες», «Παρασκευή», «Και επιμέναμε», «Το πρόγραμμα τελείωσε», «Σου τηλεφώνησα», «Παραπονάκι μου», «Αγάπη μου μικρή», "Τί θα πεις", «Κάποια γιορτή», «Στα μάτια σου τα πράσινα», «Ο μπαγλαμάς», «Για μένα αγάπη σημαίνει», «Ό,τι και να γίνει, θυμήσου», «Στοίχημα βάζω», «Τ’ απόβραδα στον Πειραιά», «Με την Ελλάδα ταξιδεύεις», «Κι αυτό το βράδυ», «Του κόσμου οι πασχαλιές», «Κοιμήσου μωρό μου», «Όλα θα τά ’δινα», «Να πάω πού», «Έρωτας είναι η αιτία», «Κάνε κάτι», «Στα μάτια κοίτα με», «Αυτή τη νύχτα», «Ρίξε ουίσκυ», «Η Ανατολή του Κόσμου», «Εμένα πάντα», «Ναυτάκι μου», «Αρνούμαι», "Θεσσαλονίκη μου", "Σε μια σχεδία", «Την Κυριακή παντρεύομαι», «Χιλιάδες γιατί», «Ήλιε μου», «Όταν βρέχει σε θυμάμαι», «Εγώ κι ο πόνος μου», «Μέχρι να βρούμε ουρανό», "Ό,τι πω", «Όσοι αγάπησαν», «Μάγεψες τη νύχτα», «Γείρε κι απόψε», "Φύσα Βαρδάρη μου", «Είναι το κάθε σου φιλί», «Μάσκα», κ.λπ. Τέλος, ο γιος του ζεύγους Κώστας Φωτιάδης (γ. το 1978) σπουδάζει στο Ωδείο και γράφει τραγούδια

22/2/11

LA CUMPARSITA ΜΕ ΑΚΟΡΝΤΕΟΝ

LA CUMPARSITA ME AKOΡNTEON

KAARE NORGE-LA CUMPARSITA ΜΕ ΚΙΘΑΡΑ

ΚΑΑRE NORGE -LA CUMPARSITA ΜΕ ΚΙΘΑΡΑ

TANGO-LA CUMPARSITA -ΧΟΡΟΣ

LA CUMPARSITA TANGO

TANGO ARGENTINA

TANGO ARGENTINA

ΧΑΡΙΣ ΑΛΕΞΙΟΥ-ΓΙΑ ΕΝΑ TANGO

ΓΙΑ ΕΝΑ TANGO -ΜΟΥΣΙΚΗ & ΣΤΙΧΟΙ ΧΑΡΙΣ ΑΛΕΞΙΟΥ

ΓΙΑ ΕΝΑ ΤΑΝGO


Στίχοι: Χαρούλα Αλεξίου
Μουσική: Χαρούλα Αλεξίου
Πρώτη εκτέλεση: Χαρούλα Αλεξίου


Τα λεφτά μου όλα δίνω για ένα tango
κι ένα άγγιγμά σου κάτω από το τραπέζι
Αδιάφορα τριγύρω μου να κοιτώ
Στο γυμνό λαιμό μου το χέρι σου να παίζει

Τα λεφτά μου όλα δίνω για μια βραδιά
για ρομαντικές φιγούρες πάνω στην πίστα
Να παραμερίζουν όλοι από τη φωτιά
που θα στέλνει το κορμί μας στο πρίμα βίστα

Τα λεφτά μου όλα δίνω για μια ζημιά
που θα κάνει άνω κάτω την λογική σου
θέλει τρέλα η ζωή μας και νοστιμιά
άμα θες να βρεις τις πύλες του παραδείσου

Μια γυναίκα ένας άντρας κι ένας θεός
ένας έρωτας θεός να μας σημαδεύει
Να σου δίνω τα φιλιά στων κεριών το φως
και να παίρνω αυτά που ο νους ας απαγορεύει

ΤΑΓΚΟ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΗ

Τάγκο


Ο Homer Ladas (Αμερικανός Ελληνικής καταγωγής) και η γυναίκα του Christina, από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του διεθνοποιημένου σύγχρονου τάγκο, χορεύουν στην Καλιφόρνια το 2007[1]

Το τάγκο,[2] από τα Ισπανικά, είναι είδος μουσικής (σε ρυθμό 2/4 ή 4/4) και αντίστοιχου χορού. Το τάγκο γεννήθηκε, ήκμασε και ακμάζει ακόμη στην περιοχή του Ρίο δε λα Πλάτα, δηλαδή στην Αργεντινή και την Ουρουγουάη αλλά και διαδόθηκε σχεδόν σε όλον τον κόσμο. Η Ισπανική λέξη tango ετυμολογείται πιθανόν από την γλωσσική οικογένεια Niger-Congo της Δυτικής Αφρικής και είναι συγγενής με την λέξη tamgu (χορός/χορεύω) της γλώσσας Ibibio αυτής της οικογένειας[3].


Ιστορία και εξέλιξη

Χρονολογικός Πίνακας

Χρονολογικός Πίνακας του Τάγκο στην Αργεντινή[4]

Μουσική Τραγούδι Χορός
πριν το 1900 Πρώϊμο τάγκο Πρώϊμο τάγκο Πρώϊμο τάγκο
1900-1920 Μεταβατική περιοδος ωρίμανσης Από τα κωμικά θέματα στην ποίηση Η χορευτική ταγκομανία διαδίδεται σε όλον τον κόσμο
1920-1935 Μουσικοί με κλασσική παιδεία παίζουν κομμάτια που δεν είναι κατ' ανάγκη χορευτικά Κυριαρχούν διάσημοι τραγουδιστές (προπάντων ο Carlos Gardel) χωρίς προσανατολισμό στον χορό Καθώς η μουσική είναι ακατάλληλη, λιγότεροι άνθρωποι χορεύουν
1935-1955 Η χρυσή εποχή Η μουσική στρέφεται προς τον χορό Καλοί στιχουργοί γράφουν τραγούδια για τραγουδιστές που είναι μέρος της ορχήστρας Το χορευτικό τάγκο ωριμάζει και κυριαρχεί στο Μπουένος Άϊρες
1955-1983 Τα σκοτεινά χρόνια Οι χορευτικές ορχήστρες παρακμάζουν, o Astor Piazzolla συνθέτει σημαντικά έργα που όμως δεν χορεύονται Κυριαρχούν πάλι οι τραγουδιστές-φίρμες, όπως ο Roberto Goyeneche (Ροβέρτο Γκοζενέτσε) και η Susana Rinaldi (Σουσάνα Ριναλντι) Το τάγκο ως κοινωνικός χορός περιθωριοποιείται, ενώ επιζεί ως επίδειξη σε παραστάσεις
1983-τώρα Η αναγέννηση του τάγκο Υπάρχει ξανά ζήτηση για χορευτική μουσική, κάποτε σε ανάμειξη με άλλα είδη Νέες ευκαιρίες για τραγουδιστές να εμφανιστούν με χορευτικές ορχήστρες Το τάγκο χορεύεται ξανά σε όλον τον κόσμο

Το τάγκο πριν το 1910

Η ορχήστρα του Vicente Greco, γύρω στο 1915, όπου διακρίνονται δύο μπαντονεόν

Οι ρίζες του τάγκο είναι πολλές και διαφορετικές: η μουσική και τα τραγούδια των gauchos (γκάουτσος, ενικός gaucho, ο Αργεντίνος κάου-μπόϋ) που είχαν επιρροές από την Ανδαλουσία της Ισπανίας και συνοδευόταν από παλαμάκια και κτυπήματα με το τακούνι, το Αφρικανικής προέλευσης (από το Κογκό) candombe που παιζόταν με κρουστά και οι αντίστοιχοι χοροί του μαύρου πληθυσμού, το bel canto και η canzonetta των Ιταλών μεταναστών μαζί με το πιο εξευγενισμένο χορευτικό τους στυλ, η Ισπανο-Κουβανική habanera, το βαλς. Συγγενή είδη με το τάγκο είναι η μιλόγκα και το Αργεντίνικο βαλς (vals criollo). Η συμβολή της μουσικής των gauchos φαίνεται προπάντων στις πρώϊμες μιλόγκες, γνωστές με τον όρο milonga campera (μιλόγκα της υπαίθρου) που αργότερα μετεξελίχτηκαν στην πιό ρυθμική milonga porteña (μιλόγκα του λιμανιού, δηλ. του Μπουένος Άϊρες), ενώ η συμβολή του Αφρικανικού στοιχείου φαίνεται στην πιό ξέφρενη milonga candombera.

Τα πρώτα τάγκο παιζόντουσαν από μετανάστες στο Μπουένος Άιρες και το Μοντεβιδέο. Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, το τάγκο ήταν ευρέως διαδεδομένο στις λαϊκές γεοτονιές του Μπουένος Άϊρες αλλά αντιμετωπιζόταν εχθρικά από την αστική τάξη, στα προκατειλημμένα μάτια της οποίας φάνταζε σαν συνδεδεμένο με τον υπόκοσμο και τους οίκους ανοχής, σύνδεση που συχνά κάνουν συχνά διάφορες αναφορές στην ιστορία του τάγκο, που στην πραγματικότητα όμως απλώς αντανακλούν την αρχική προκατάληψη εναντίον του.[5] Ο συγγραφέας Jorge Luis Borges φέρει αρκετό βάρος της ευθύνης για την διάδοση της λανθασμένης ταύτισης των ριζών του τάγκο με τους οίκους ανοχής.

Ο τρόπος που χορευόταν τότε το τάγκο έμοιαζε με το στυλ που τώρα είναι γνωστό στην Αργεντινή ως canyengue (κανζένγκε), που χαρακτηρίζεται από το λύγισμα των γονάτων, την κλίση του σώματος προς τα μπρός, την αμοιβαία στήριξη του ζευγαριου, και την επαφή στην κοιλιά. Αυτό το στυλ είχε έντονα Αφρικανικά στοιχεία αλλά με την πάροδο του χρόνου υποχώρησε και έδωσε την θέση του σε ένα στυλ με περισσότερη μεγαλοπρέπεια.[6][7]

Η πρώτη γενιά των ερμηνευτών τάγκο αναφέρεται σαν η "Παλιά Φρουρά" (Guardia Vieja). Το πρώτο τάγκο που ηχογραφήθηκε ήταν του Angel Villoldo (Άνχελ Βιζόλντο). Η μουσική παιζόταν με όργανα που μπορούσαν εύκολα να μεταφερθούν: τρίο φλάουτο-κιθάρα-βιολί, με το μπαντονεόν να φτάνει περί τα τέλη του 19ου αιώνα. Η διάδοση του μπαντονεόν οφειλόταν πρωτίστως στον Eduardo Arolas (Εδουάρδο Αρόλας), ενώ ο Vicente Greco (Βισέντε Γκρέκο, 1886-1924) καθιέρωσε το σεξτέτο για το τάγκο, αποτελούμενο από πιάνο, κοντραμπάσο, δύο βιολιά και δύο μπαντονεόν.

Παρά την περιφρόνηση, μερικοί το υποστήριξαν θερμά, όπως ο συγγραφέας Ricardo Güiraldes (Ρικάρδο Γκουϊράλντες), πλαίυ-μπόϋ και γόνος της Αργεντίνικης αριστοκρατίας γεωκτημόνων. Ο Güiraldes έπαιξε ρόλο στη διεθνή απήχηση του τάγκο, το οποίο κατέκτησε τον κόσμο μέχρι το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

Η περίοδος 1910-1920 και η "ταγκομανία"

Η δεκαετία 1910-1920 είναι η περιοδος της διεθνούς "ταγκομανίας." [8] Γύρω στα 1910 το τάγκο άρχισε να χορεύεται έξω από την Αργεντινή, ως ένας καινούριος χορός της μόδας, από τις αστικές τάξεις, ακόμη και από την αριστοκρατία, πρώτα στο Παρίσι και μετά στην υπόλοιπη Ευρώπη και στην Βόρεια Αμερική, πράγμα που αντανακλάται σε πολυάριθμα άρθρα στον τύπο (που άλλοτε καταγράφουν τον ενθουσιασμό για τον καινούριο χορό και άλλοτε μεταφέρουν τις επικρίσεις της εκκλησίας και ακόμη και του ίδιου του Πάπα) και επίσης στα εγχειρίδια κοινωνικών χορών της εποχής, που περιλαμβάνουν και το τάγκο. Εν μέρει εξ αιτίας της διάδοσής του μεταξύ των αστών και των αριστοκρατών της Ευρώπης το τάγκο την ίδια περίοδο αρχίζει να γίνεται αποδεκτό από τις αντίστοιχες τάξεις στην Αργεντινή. Το 1911 στα εγκαίνια του καμπαρέ Salón Armenonville στο Μπουένος Άϊρες συμμετέχει και ο Vicente Greco με την ορχήστρα του.

Το 1921, στην ταινία The Four Horsemen of the Apocalypse (Οι Τέσσερεις Ιππότες της Αποκαλύψεως), ο διάσημος σταρ του κινηματογράφου της εποχής Ροντόλφο Βαλεντίνο) χορεύει ένα τάγκο, τεκμηριώνοντας έτσι την δημοτικότητα αυτού του χορού αλλά και συμβάλλοντας στην παραπέρα διάδοσή του. Πάντως το τάγκο που χορεύει δείχνει απότομο και άτεχνο, και ακόμη το χορεύει ντυμένος gaucho (γκάουτσο), δηλαδή αργεντίνος κάου-μπόϋ, όπως επιβάλλει ο ρόλος του, κάτι που δεν συνάδει με την γέννηση του τάγκο στην πόλη και από τους κατοίκους της, έστω και με ρίζες στην ύπαιθρο.

Την ίδια περίοδο το τάγκο φτάνει και στην Ελλάδα, ήδη το 1914 οι οπερέτες "Πόλεμος εν Πολέμω" του Σπύρου Σαμάρα και "Στα Παραπήγματα" του Θεόφραστου Σακελλαρίδη περιλαμβάνουν Ελληνικά τάγκο. Στα επόμενα χρόνια, και ιδίως στον μεσοπόλεμο, κυκλοφορούσαν πάνω από εκατό Ελληνικά τάγκο κάθε χρόνο.

Η περίοδος 1920-1935 και ο Κάρλος Γκαρδέλ

Ο Carlos Gardel το 1933

Στην Αργεντινή της δεκαετίας του 20 το τάγκο, εν μέρει σε αντανάκλαση της δημοτικότητάς του στην Ευρώπη και την Βόρεια Αμερική, βγαίνει από το περιθώριο και γίνεται πλέον αξιοσέβαστο και ως μουσική και ως χορός από τις μεσαίες τάξεις, που είναι πλέον διατεθειμένες να συντηρήσουν αίθουσες και επαγγελματίες μουσικούς με κλασσική παιδεία.

Παράλληλα, σπουδαίοι Αργεντίνοι μουσικοί και τραγουδιστές ταξιδεύουν στην Ευρώπη, όπως ο Francisco Canaro (Φρανσίσκο Κανάρο) που φθάνει στο Παρίσι με την ορχήστρα του το 1925 και ο Carlos Gardel Κάρλος Γκαρδέλ που τραγουδά εκεί το 1928.

Ο Carlos Gardel Κάρλος Γκαρδέλ (1890-1935) είναι ο τραγουδιστής που στην Αργεντινή θεωρείται σχεδόν εθνικός ήρωας ή ημίθεος και συνδέθηκε με τη μετάβαση του τάγκο από μουσική των λαϊκών γειτονιών σε απόλυτα αποδεκτό άκουσμα για την μεσαία τάξη. Ουσιαστικά δημιούργησε το tango-canción τραγουδώντας το 1917 το "Mi Noche Triste". Τενόρος στην αρχή της καριέρας του και σχεδόν βαρύτονος αργότερα, τραγουδούσε με φωνή που χαρακτηριζόταν από δημιουργικότητα και θεατρικότητα ανάλογα με το θέμα. Έκανε πολλές ηχογραφήσεις και πρωταγωνίστησε και στον κινηματογράφο. Σκοτώθηκε σε αεροπορικό ατύχημα το 1935, στο απόγειο της καριέρας του ως η δημοφιλέστερη προσωπικότητα του τάγκο όλων των εποχών.

Διευθυντές ορχήστρας όπως ο Roberto Firpo (Ροβέρτο Φίρπο) και ο Francisco Canaro (Φρανσίσκο Κανάρο) αντικατέστησαν το φλάουτο με κοντραμπάσο. Τον θάνατο του Gardel ακολούθησε η εμφάνιση διαφορετικών τάσεων στο τάγκο, με τον Anibal Troilo (Ανίβαλ Τρόιλο, 1914-1975) και τον Carlos di Sarli (Κάρλος ντι Σάρλι, 1903-1960) να τείνουν προς την καινοτομία και τον Ροδόλφο Μπιάτζι και τον Χουάν Ντ'Αριένσο να τείνουν προς την παράδοση.

Η Χρυσή Εποχή, 1935-1955

Η ορχήστρα του Francisco Canaro

Η "Χρυσή Εποχή" του τάγκο ήταν η περίοδος 1935-1955, η οποία συνέπεσε περίπου με την εποχή των μεγάλων ορχηστρών τζαζ στις Η.Π.Α.

Μερικές από τις πολλές δημοφιλείς οχρήστρες που είχαν επιρροή ήταν του Juan d'Arienzo (Χουάν Ντ'Αριένσο, 1900-1976), του Francisco Canaro (Φρανσίσκο Κανάρο, 1888-1964) και του Aníbal Troilo (Ανίβαλ Τρόιλο, 1914-1975). Ο d'Arienzo ήταν γνωστός ως el rey del compás (o βασιλιάς του ρυθμού) για τον επίμονο και σταθερό ρυθμό που παρουσιάζουν οι ηχογραφήσεις του.

Ξεκινώντας κατά τη Χρυσή Εποχή και συνεχίζοντας κατόπιν, πολλές ηχογραφήσεις έκαναν και οι ορχήστρες των Osvaldo Pugliese (Οβάλντο Πουλιέσε, 1905-1995) και Carlos di Sarli (Κάρλος ντι Σάρλι, 1903-1960). Ο di Sarli είχε πλούσιο και μεγαλοπρεπή ήχο, και τόνιζε τα έγχορδα, συμπεριλαμβανομένου του πιάνου, σε σχέση με το μπαντονεόν, όπως ακούγεται στο A La Gran Muñeca και στο Bahía Blanca (Μπαϊα Βλάνκα, το όνομα της πόλης του). Οι πρώτες ηχογραφήσεις του Osvaldo Pugliese δεν διέφεραν πολύ από τις άλλες ορχήστρες, αλλά σιγά-σιγά οι συνθέσεις του έγιναν περισσότερο περίπλοκες ρυθμικά, όπως στα χαρακτηριστικά του κομμάτια Recuerdo (Ρεκουέρδο, 1944) και La Yumba (Λα Ζούμπα, 1946). Η πιο κατοπινή μουσική του Pugliese παιζόταν για ακροατήριο και όχι για χορό, παρόλο που χρησιμοποιείται συχνά σε επαγγελματικές χορογραφίες λόγω των δραματικών της δυνατοτήτων.

Στην Ελλάδα του μεσοπολέμου γραφόντουσαν πάνω από εκατό τάγκο κάθε χρόνο, από συνθέτες όπως ο Κώστας Γιαννίδης, ο Αττίκ, ο Μιχαήλ Σουγιούλ και πολλοί άλλοι, τραγουδισμένα από την την Σοφία Βέμπο, την Δανάη Στρατηγοπούλου, την Κάκια Μένδρη, τον Νίκο Γούναρη (προπάντων στην δεκαετία του 50) και άλλους.

Η περίοδος 1955-1983

Ο Astor Piazzolla το 1971, ακουμπισμένος στο μπαντονεόν του

Το 1955 είναι η χρονιά που στρατιωτικό πραξικόπημα ανέτρεψε τον Juan Peron και η αρχή μιας περιόδου αστάθειας και επεμβάσεων του στρατού στην πολιτική που κράτησε ως το 1983. Σε αυτήν την περίοδο οι μεγάλες χορευτικές ορχήστρες παρακμάζουν καί κυριαρχούν ξανά τραγουδιστές-φίρμες (Roberto Goyeneche, Susana Rinaldi και άλλοι) που συχνά επανερμηνεύουν παλιότερες επιτυχίες αλλά, όπως και στην περίοδο 1920-1935, δεν απευθύνονται σε χορευτές.

Ο σημαντικότερος συνθέτης του τάγκο μετά την χρυσή εποχή, αλλά και ένας από τους σημαντικότερους όλων των εποχών, είναι ο Astor Piazzolla (Άστορ Πιατσόλα, 1921-1992) του οποίου τα σημαντικότερα έργα ηχογραφήθηκαν από το 1960 μέχρι τον θάνατό του το 1992. Μολονότι αρχικά συνάντησε αντίδραση στην Αργεντινή, καθώς οι συνθέσεις του θεωρήθηκαν υπερβολικά νεωτερικές, είναι πλέον καθιερωμένος σαν ένας μεγάλος μουσικός. Πάντως οι συνθέσεις του, που εισάγουν στο τάγκο στοιχεία από την τζαζ και την κλασσική μουσική, μολονότι τυχαίνουν καθολικού θαυμασμού, δεν είναι κατά κανόνα κατάλληλες για χορό και χρησιμοποιούνται για αυτόν τον σκοπό σχεδόν μονάχα σε επαγγελματικές χορογραφίες.

Στο Μπουένος Άιρες τη δεκαετία του '70 έγιναν απόπειρες να αναμειχτεί το τάγκο με άλλα μουσικά είδη, όπως την τζαζ και το ροκ. Ο Litto Nebbia και οι Siglo XX ήταν ιδιαίτερα δημοφιλείς εκπρόσωποι αυτού του κινήματος. Τα τελευταία χρόνια το Αργεντίνικο γκρουπ 020 στο άλμπουμ End of Illusions ανέμειξε ποπ-ροκ βρετανικού στυλ με nuevo tango.

Η περίοδος της αναγέννησης, από το 1983 και μετά

Το 1983 σηματοδοτεί αφ ενός την πτώση της δικτατορίας στην Αργεντινή και αφ ετέρου την εμφάνιση της μουσικοχορευτικής θεατρικής παράστασης Tango Argentino, που περιόδευσε την Ευρώπη και την Βόρεια Αμερική. Και τα δύο γεγονότα θεωρούνται ότι συνέβαλλαν στην αναγέννηση του ενδιαφέροντος για το τάγκο, ως μουσική και ως χορό, τόσο στην Αργεντινή όσο και στον υπόλοιπο κόσμο.

Ακμάζουν ξανά ορχήστρες που παίζουν κλασσικά τάγκο (Sexteto Mayor, Color Tango, και πολλές άλλες) και νέοι τραγουδιστές που ακόμη και όταν τραγουδούν καινούρια τραγούδια μένουν πιστοί στο ήθος και το ύφος του τάγκο (π.χ. ο Daniel Melingo[9]).

Άλλες πρόσφατες τάσεις μπορούν να περιγραφούν ως "ηλεκτρο-τάγκο" ή "κράμα τάγκο", όπου οι ηλεκτρονικές επιδράσεις μπορούν να είναι από ανεπαίσθητες έως κυρίαρχες. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν το συγκρότημα Tanghetto, το συγκρότημα Narcotango του Carlos Libedinski, το συγκρότημα Gotan Project (με βάση το Παρίσι), το συγκρότημα Bajofondo του Gustavo Santaolala, κλπ. Κάποιοι χορευτές του τάγκο ανά τον κόσμο απολαμβάνουν να χορεύουν αυτήν την μουσική, ενώ άλλοι την θεωρούν αποξενωμένη από την μουσική και χορευτική παράδοση και την αποφεύγουν.

Άλλοι μουσικοί συνέχισαν στα ίχνη του Astor Piazzolla, χρησιμοποιώντας στο τάγκο στοιχεία από την τζαζ και από την κλασική μουσική, παραδείγματος χάριν ο Ντίνο Σαλούτσι, ο Rodolfo Mederos, ο Ενρίκε Μαρτίν Εντένσα, ο Χουάν Μαρία Σολάρε και ο Fernando Otero.

Aντίκτυπος στην μουσική και τον χορό

Ήδη από την δεκαετία του 20 πολλοί γνωστοί συνθέτες κλασσικής μουσικής επηρεάστηκαν από το τάγκο και έβαλαν στοιχεία από το τάγκο σε συνθέσεις τους. Στις μέρες μας το τάγκο έχει γίνει μέρος του ρεπερτορίου πολλών κλασσικών μουσικών. Ο βαρύτονος Jorge Chaminé, ο τσελλίστας Yo-Yo Ma, η πιανίστρια Martha Argerich, ο διευθυντής ορχήστρας Daniel Barenboim, ο βιoλιστής Gidon Kremer, ο τενόρος Placido Domingo, ο τενόρος Marcelo Álvarez και άλλοι έχουν ερμηνεύσει και ηχογραφήσει τάγκο. Εξ άλλου συνθέτες και ερμηνευτές άλλων δημοφιλών μουσικών ειδών, όπως της σάλσα, της ηλεκτρονικής ποπ, του ροκ και άλλων συχνά διαλέγονται καλλιτεχνικά με την παράδοση του τάγκο.

Παράλληλα πολλοί χορογράφοι έχουν εμπνευστεί από το τάγκο, ενδεικτικά ο Maurice Béjart, ο Paul Taylor, η Pina Bausch και άλλοι.

Τάγκο και Ρεμπέτικα

Αρκετοί[10] έχουν επισημάνει κάποιες συγγένειες μεταξύ του τάγκο και των Ρεμπέτικων, όχι βέβαια στην μουσική αλλά στο περιεχόμενο των στοίχων και την συσχέτιση της προέλευσης με το κοινωνικό περιθώριο. Αυτές οι συγγένειες πάντως δεν πρέπει να υπερτιμώνται γιατί το τάγκο του 20ού αιώνα είναι βασικά ένα έντεχνο μουσικό είδος με διαταξική απήχηση, και οι αναφορές των στοίχων στις εμπειρίες ανθρώπων του περιθωρίου συνιστούν περισσότερο νοσταλγικό ρομαντισμό για το ήθος μιας άλλης εποχής παρά άμεση έκφραση αυτού του ήθους.

Χορός

Ζευγάρι χορεύει τάγκο σε δρόμο του σύγχρονου Μπουένος Άϊρες, στο ξαναγεννημένο και πολύ διαδεδομένο στυλ της χρυσής εποχής. Αξιοπρόσεκτα στοιχεία είναι η κοντινή αγκαλιά, η συγκέντρωση, το ντύσιμο που τονίζει το "αρσενικό" και το "θηλυκό", και η αρμονία στη κίνηση που κάνει το ζευγάρι να κινείται σαν μια ενιαία οντότητα.
Ζευγάρι που χορεύει τάγκο σε στυλ μπώλρουμ, ένα έντονα τυποποιημένο στυλ χωρίς αυτοσχεδιασμό που χρησιμοποιείται εκτός Αργεντινής σε διαγωνισμούς και που δεν πρέπει να συγχέεται με το Αργεντίνικο τάγκο από το οποίο διαφέρει ως προς την στάση, το ήθος και το το ύφος
Ο Gustavo Naveira, από τους σημαντικότερους ανανεωτές του τάγκο, επιδεικνύει μια volcada, μια νεώτερη φιγούρα που εμπεριέχει αλληλοεξάρτηση του ζευγαριού ως προς τη ισορροπία (φωτ. 2007)

Το τάγκο ως χορός[5] γεννήθηκε προς το τέλος του 19ου αιώνα στις λαϊκές γειτονιές του Μπουένος Άιρες και του Μοντεβιδέο και προήλθε από συνένωση Ευρωπαϊκών, Νοτιοαμερικανικών και Αφρικανικών στοιχείων. Την περίοδο 1910-1920 διαδόθηκε και έγινε μόδα στην αστκή τάξη της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής και αυτό συνέτεινε να γίνει αποδεκτό και από τους αστούς του Μπουένος Άϊρες. Ύστερα από μια περίοδο ύφεσης (περίπου 1920-1935) οπότε κυριάρχησε το τάγκο ως τραγούδι, ακολούθησε η χρυσή εποχή (περίπου 1935-1955) οπότε μεγάλες ορχήστρες έπαιζαν τάγκο κατάλληλα για χορό. Ακολούθησε άλλη μια περίοδος ύφεσης (περίπου 1955-1983) εξ αιτίας ενός συνδυασμού παραγόντων (συχνά αναφέρονται το βαρύ πολιτικό κλίμα στην Αργεντινή και η εμφάνιση του ροκ-εντ-ρολ). Γύρω στο 1983, με την πτώση της δικτατορίας στην Αργεντινή, η θεατρική μουσικοχορευτική παράσταση Tango Argentino, στη οποία συμμετείχαν μερικοί από τους καλλύτερους μουσικούς (Sexteto Mayor) και χορευτές (Juan Carlos Copes και άλλοι), ταξείδεψε σε Ευρώπη και Βόρεια Αμερική και σημάδεψε και εν μέρει προκάλεσε την αναγέννηση του ενδιαφέροντος για το τάγκο, τόσο στην Αργεντινή όσο και σε όλον σχεδόν τον κόσμο. Το ενδιαφέρον για το τάγκο συνεχίζεται αμείωτο μέχρι σήμερα.

Το τάγκο χορεύεται από ζευγάρια αγκαλιασμένα κοντά, και μολονότι η αγκαλιά μπορεί κάποτε να χαλαρώνει για να εκτελεστούν κινήσεις που το απαιτούν, κατά κανόνα δεν σπάει. Είναι έντονα αυτοσχεδιαστικό με σαφώς διακριτούς ρόλους για τον καβαλλιέρο και την ντάμα, όπου ο καβαλλιέρος με την κίνησή του του του προτείνει κινήσεις στην ντάμα στις οποίες τελικά προσαρμόζεται ο ίδιος. Έτσι, όταν χορεύεται από έμπειρους χορευτές, συνιστά έναν διάλογο του ζευγαριού με αφορμή την μουσική, γιατί, σε αντίθεση με άλλους χορούς, δεν έχει τυποποιημένα βήματα και φιγούρες αλλά μάλλον ένα κινησιολογικό λεξιλόγιο και ένα αντίστοιχο συντακτικό που επιτρέπει τον αυτοσχεδιαστικό σχηματισμό χορευτικών φράσεων σχεδόν απεριόριστης ποικιλίας ανάλογα με την μουσική, την διάθεση του ζευγαριού και τον διαθέσιμο χώρο στην πίστα. Στο τάγκο της χρυσής εποχής (περίπου 1930-1955) καβαλλιέρος και ντάμα κρατούν ο καθένας ισορροπία ανεξάρτητα από τον άλλον. Με την αναγέννηση του τάγκο από το 1983 και μετά, συνυπάρχει η τάση διατήρησης του κλασσικού στυλ της χρυσής εποχής με την τάση να εισαχθούν νέα στοιχεία όπως η αλληλοεξάρτηση ισορροπίας με το ζευγάρι να ακουμπά στο πάνω μέρος του σώματος σε σχήμα Λ ή να κρατιέται από τα χέρια σε σχήμα V. Αλλά ασχέτως στυλ, το τάγκο μετά το 1983 είναι ένας χορός που συνήθως μαθαίνεται από δασκάλους (περίφημοι είναι οι Αργεντίνοι δάσκαλοι-χορευτές Juan Carlos Copes, Fabian Salas, Mariano "Chicho" Frumboli, Gustavo Naveira, Pablo Veron και πολλοί άλλοι) ενώ στην Αργεντινή της χρυσής εποχής οι χορευτές ήταν αυτοδίδακοι και αλληλοδιδασκόμενοι.

Στην Αργεντινή, αλλά και όπου αλλού στον κόσμο υπάρχουν θιασώτες του Αργεντίνικου τάγκο, το τάγκο ως κοινωνικός χορός χορεύεται προπάντων σε συναθροίσεις για τις οποίες έχει επικρατήσει το όνομα μιλόγκα (milonga). Εκτός από τάγκο εκεί χορεύεται και βαλς (αλλά με κινησιολογία παρμένη από το τάγκο) και μιλόγκα (ένας συνήθως πιό ρυθμικός και γρήγορος χορός που μοιράζεται το όνομά του με αυτό της χορευτικής συνάθροισης). Σε μια μιλόγκα ακολουθούνται συνήθως ειδικοί παραδοσιακοί κανόνες όσον αφορά την συμπεριφορά των χορευτών και τις επιλογές του ντι-τζέϊ, που αποσκοπούν στο να διευκολύνουν τον χορό, ακόμη και μεταξύ αγνώστων, αλλά και να αποτρέψουν ανάρμοστες συμπεριφορές. Η μουσική είναι προπάντων από την Αργεντινή της χρυσής εποχής, αλλά κάποτε και παλιότερη και κάποτε και πιό πρόσφατη, άλλοτε στο παραδοσιακό στυλ, άλλοτε από το νεωτερικό ρεπερτόριο του nuevo tango, και κάποτε ακόμη και από άλλα ειδη (οπότε χαρακτηρίζεται "alternative"/"εναλλακτική") όπως ποπ/ροκ. Κατά κανόνα πάντως κάθε μιλόγκα θεραπεύει μια συγκεκριμένη μουσική προτίμηση και η παραδοσιακή μουσική κυριαρχεί.

Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 άρχισε και στην Ελλάδα να αναπτύσσεται ενδιαφέρον για το αργεντίνικο τάγκο, με παράλληλη εμφάνιση στην Αθήνα των πρώτων δασκάλων (Ελλήνων και Αργεντίνων) και σχολών, ανθρώπων που ήθελαν να κάνουν το τάγκο χόμπυ και αιθουσών όπου μπορούσε κανείς να χορέψει. Προς το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα το τάγκο είχε πλέον διαδοθεί και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας και είχε έναν σημαντικό (αν και ποσοστιαία μικρό σε σχέση με τον πληθυσμό) αριθμό αφωσιωμένων οπαδών που ήταν διατεθειμένοι να μάθουν να χορεύουν έναν σχετικά δύσκολο χορό και να τον κάνουν χόμπυ.[11][12][13] Το 2010 στην Αθήνα υπήρχαν περισσότερες από δέκα μιλόγκες που κάθε μια τους λειτουργούσε τακτικά μια φορά την εβδομάδα.

21/2/11

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ


Στίχοι: Γιώργος Μητσάκης
Μουσική: Γιώργος Μητσάκης
Πρώτη εκτέλεση: Γιώργος Μητσάκης & Μαρίκα Νίνου & Γιάννης Τατασσόπουλος ( Τερτσέτο )

Άλλες ερμηνείες:
Νίκος Γούναρης, Κουρνάζος
Κυριάκος Νησίδης


Δεν είμαι ο Γιώργος π' αγαπούσες μια φορά
και στα μάτια με φιλούσες τόσο τρυφερά.

Τα βάσανά μας λέγαμε
και κάπου-κάπου κλαίγαμε.
Και κάπου-κάπου κλαίγαμε,
τα βάσανά μας λέγαμε.

Τώρα της αγάπης μας το τζάκι είναι σβηστό
και το φτωχικό μας σπίτι δεν είναι ζεστό.

Δεν είμαι εγώ ο Γιώργος σου,
που μου 'λεγες τον πόνο σου.
Που μου 'λεγες τον πόνο σου,
δεν είμαι εγώ ο Γιώργος σου.

Κι όμως για έναν άλλον το Γιωργάκη σου ξεχνάς
και στο φτωχικό μας σπίτι δεν ξαναγυρνάς.

Έλα και είμαι μόνος μου,
να γιατρευτεί ο πόνος μου.
Να γιατρευτεί ο πόνος μου,
έλα και είμαι μόνος μου.

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ-ΜΟΥΣΙΚΗ & ΣΤΙΧΟΙ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΗΤΣΑΚΗΣ

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ Ο ΓΙΩΡΓΟΣ-ΜΟΥΣΙΚΗ & ΣΤΙΧΟΙ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΗΤΣΑΚΗΣ-ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ & ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΤΗΣ

ΜΟΥ 'ΦΑΓΕΣ ΟΛΑ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΑ


Στίχοι: Γιώργος Μητσάκης
Μουσική: Γιώργος Μητσάκης
Πρώτη εκτέλεση: Έλλη Σοφρωνίου & Στελλάκης Περπινιάδης & Γιώργος Μητσάκης ( Τερτσέτο )

Άλλες ερμηνείες:
Γλυκερία
Μπάμπης Γκολές


Από πιτσιρίκα
με λέγανε μπαμπέσα
Κι έλαχε σε σένα
να δώσω λίγη μπέσα

Μου 'φαγες όλα τα δαχτυλίδια
Και κοιμάμαι τώρα,
τώρα στα σανίδια

Ό,τι και αν είχα
προτού να σε γνωρίσω
Όλα στα 'χω δώσει
για να σ' ευχαριστήσω

Δεν με νοιάζει για τα δαχτυλίδια
μόνο που κοιμάμαι,
κοιμάμαι στα σανίδια

Μπράβο σου τ' αξίζεις
που μ' έχεις καταφέρει
Πως αντέχω ακόμα
ένας Θεός το ξέρει

Κι ύστερα από τόσα δαχτυλίδια
Μ' έχεις και κοιμάμαι,
κοιμάμαι στα σανίδια

ΜΟΥ 'ΦΑΓΕΣ ΟΛΑ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΑ -ΜΟΥΣΙΚΗ & ΣΤΙΧΟΙ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΗΤΣΑΚΗΣ-ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ ΠΑΙΖΕΙ Ο ΘΟΔΩΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΜΟΥ ΄ΦΑΓΕΣ ΟΛΑ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΑ-ΜΟΥΣΙΚΗ & ΣΤΙΧΟΙ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΗΤΣΑΚΗΣ

Η ΚΑΤΣΙΒΕΛΑ


Στίχοι: Γιώργος Μητσάκης
Μουσική: Γιώργος Μητσάκης
Πρώτη εκτέλεση: Σωτηρία Μπέλλου & Στελλάκης Περπινιάδης ( Ντουέτο )


Έχω ιδεί πολλές σουλτάνες
ξακουστές στην ομορφιά
μα εσύ σκλαβώνεις κόσμο
κατσιβέλα μου γλυκιά.

Όταν βάνεις το τσεμπέρι
το γαρίφαλο στ' αυτί
τρέμει ο ουρανός να πέσει
με τ αστέρια του μαζί.

Έλα, έλα, έλα, έλα,
όμορφή μου κατσιβέλα.

Όμορφή μου κατσιβέλα
στο τσαντίρι σου μη πας
να σε χάσει, να σε χάσει,
ο τσιγγάνος π’ αγαπάς.

Το τσεμπέρι να πετάξεις
και μαζί μου να 'ρθεις πια
και τα ρούχα σου ν' αλλάξεις
για να γίνεις μια Ρωμιά.

Η ΚΑΤΣΙΒΕΛΑ-ΜΟΥΣΙΚΗ & ΣΤΙΧΟΙ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΗΤΣΑΚΗΣ

Η ΚΑΤΣΙΒΕΛΑ-ΜΟΥΣΙΚΗ & ΣΤΙΧΟΙ ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΗΤΣΑΚΗΣ-ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΘΕΟΔΟΣΙΑ ΣΤΙΓΚΑ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΗΤΣΑΚΗΣ -ΣΟΛΟ ΖΕΙΜΠΕΚΙΚΟ ΣΑΜΠΑΧ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΗΤΣΑΚΗΣ -ΣΟΛΟ ΖΕΙΜΠΕΚΙΚΟ ΣΑΜΠΑΧ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΗΤΣΑΚΗΣ

http://www.enxordo.gr/~enxordo/sxoli/images/stories/mhtsakhs.jpg

Ο Γιώργος Μητσάκης (Κωνσταντινούπολη, 1921- Αθήνα,17 Νοεμβρίου 1993) ήταν συνθέτης και στιχουργός πολυάριθμων ρεμπέτικων και λαϊκών τραγουδιών, γνωστός και με το προσωνύμιο "ο δάσκαλος"

Ήρθε με την οικογένεια του στην Καβάλα το 1935 και αργότερα έμειναν σε ένα χωριό κοντά στο Βόλο. Ο Μητσάκης πρωτοέρχεται σε επαφή με τη λαϊκή μουσική στη Μαγνησία αλλά σύντομα θα αναζητήσει την τύχη του στη Θεσσαλονίκη. Γνωρίζεται με τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Χατζηχρήστο και καταλήγει στον Πειραιά, την πόλη που θα αγαπήσει, το 1939. «Γράφαμε για τον καημό, το γλέντι, το μεράκι του λαϊκού ανθρώπου», έλεγε. «Εδινα την ερώτηση και αμέσως την απάντηση. Τότε παίζαμε εμείς οι ίδιοι τα τραγούδια μας. Τραγουδούσα σόλο, πρίμα, έπαιζα μπουζούκι, κιθάρα ο γέρος Καρίπης, μπαγλαμά ο τυφλός ο Χρυσίνης και εγώ μπροστά στο μικρόφωνο κι ο κόσμος άκουγε. Και όταν κανένας φώναζε, Μητσάκη δάσκαλε παίξε μου ένα "βασανισμένο", του έκανα το χατίρι..."Απόψε άρχισε να ψιλοβρέχει κι ο νους μου πάλι σε σένα τρέχει...". Αυτά τραγουδούσα, τα βάσανα και τις ελπίδες του λαϊκού ανθρώπου. Αυτόν τον κόσμο αντιπροσώπευα στα τραγούδια μου, πέντε χιλιάδες το σύνολο. Εκεί έπιανε το τραγούδι. Τον εφοπλιστή τι να τον συγκινήσει αυτό το είδος; Δε θα το καταλάβει, όσο σπουδαγμένος και να είναι...»[1]

ΟΣΟ ΒΑΡΟΥΝ ΤΑ ΣΙΔΕΡΑ-ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ

ΟΣΟ ΒΑΡΟΥΝ ΤΑ ΣΙΔΕΡΑ
Στίχοι: Παραδοσιακό
Μουσική: Παραδοσιακό



Όσο βαρούν τα σίδερα αμάν αμάν
βαρούν τα μαύρα ρούχα
γιατί τα φόρεσα κι εγώ κόσμε ψεύτη
για μια αγάπη που ‘χα

Αμάν είχα και υστερήθηκα το μωρό μου
θυμούμαι και εστενάζω
άνοιξε γης μέσα να μπω κόσμε ψεύτη
κόσμο να μην κοιτάζω

ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ-ΟΣΟ ΒΑΡΟΥΝ ΤΑ ΣΙΔΕΡΑ

ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ -ΟΣΟ ΒΑΡΟΥΝ ΤΑ ΣΙΔΕΡΑ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ -ΟΣΟ ΒΑΡΟΥΝ ΤΑ ΣΙΔΕΡΑ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΤΑΛΑΡΑΣ -ΟΣΟ ΒΑΡΟΥΝ ΤΑ ΣΙΔΕΡΑ-ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ

ΜΑΝΤΗΛΑΤΟΣ ΧΟΡΟΣ ΘΡΑΚΗΣ

ΜΑΝΤΗΛΑΤΟΣ ΧΟΡΟΣ ΘΡΑΚΗΣ

ΜΑΝΤΗΛΑΤΟΣ ΜΕ ΟΥΤΙ

ΜΑΝΤΗΛΑΤΟΣ ΜΕ ΟΥΤΙ

ΜΑΝΤΗΛΑΤΟΣ ΜΕ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ

ΜΑΝΤΗΛΑΤΟΣ ΜΕ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ

ROSS DALY ΜΑΝΤΗΛΑΤΟΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΧΟΡΟΣ ΘΡΑΚΗΣ

ROSS DALY ΜΑΝΤΗΛΑΤΟΣ

ΜΑΝΤΗΛΑΤΟΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΧΟΡΟΣ ΘΡΑΚΗΣ


Μαντηλάτος

http://img.youtube.com/vi/0XEIy6wegRs/0.jpg

Χορεύεται από άνδρες και γυναίκες οι οποίοι κρατούν μαντίλια. Είναι αντικριστός χορός και γι’ αυτό λέγεται και καρσιλαμάς (καρσί = αντίκρυ). Χορεύεται κυρίως στους γάμους, όταν οι συγγενείς πηγαίνουν να πάρουν τη νύφη ή τον κουμπάρο για την εκκλησία. Τα βήματα του χορού είναι εξάρια. Τα χέρια κατά τη διάρκεια των βημάτων κινούνται ελεύθερα το ένα μπροστά και το άλλο πίσω, ή και τα δύο στην έκταση με ελαφρά λυγισμένους τους αγκώνες.

ΑΡΜΟΝΙΟ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

ΑΡΜΟΝΙΟ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Η ΚΛΑΣΙΚΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑ

Η Κλασική Ορχήστρα

The classical orchestra

ΟΡΧΗΣΤΡΑ


Ορχήστρα


Φιλαρμονική ορχήστρα

Με τον όρο ορχήστρα αναφερόμαστε σε ένα μουσικό σύνολο μικρής ή μεγάλης κλίμακας. Ανάλογα με τη συγκρότησή της ή το είδος της μουσικής που υπηρετεί, διακρίνεται σε:

  • Ορχήστρα δωματίου -- μικρή ορχήστρα εγχόρδων ή/και πνευστών πoυ συνήθως μπορεί να αποδόσει στα πλαίσια μιας μικρής αίθουσας μουσικής
  • Συμφωνική ορχήστρα ή Φιλαρμονική -- ορχήστρα μεγάλων διαστάσεων με κλασικό κυρίως ρεπερτόριο
  • Τζαζ Ορχήστρα -- ευρύτερης (big band) ή περιορισμένης συγκρότησης
  • Ορχήστρα εμβατηρίων -- ορχήστρα κατά κύριο λόγο πνευστών και κρουστών οργάνων.

Στην προκλασική Ελλάδα, η ορχήστρα αντιπροσώπευε τον χώρο μπροστά στο ναό του Διονύσου πο προοριζόταν για χορό. Αργότερα, στην κλασική εποχή, ο ίδιος όρος χαρακτήριζε τον χώρο στο θέατρο μεταξύ της σκηνής και των θεατών, στον οποίο βρίσκονταν οι οργανοπαίκτες. Κατά τον 17ο αιώνα, επικράτησε, ο όρος ορχήστρα να αποδίδεται και στο ίδιο το σύνολο των μουσικών που έπαιζαν τα όργανα αποκτώντας έτσι και την σημερινή του έννοια.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΚΗΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ
Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ

Oρχήστρα ονομαζόταν στην προκλασική Ελλάδα ο χώρος μπροστά στο ναό του Διονύσου που προοριζόταν για χορό. Στην κλασική ελληνική εποχή χαρακτηριζόταν με τον ίδιο όρο, ορχήστρα, ο χώρος στο θέατρο μεταξύ της σκηνής και της πλατείας (θέσεις θεατών). Σ' αυτό το χώρο έπαιρναν θέση οι χειριστές των μουσικών οργάνων.

Κατά το 17ο και 18ο αιώνα, ο χώρος του θεάτρου μεταξύ της σκηνής και της πλατείας ονομαζόταν επίσης ορχήστρα, ταυτόχρονα όμως ονομαζόταν έτσι και το σύνολο των μουσικών που έπαιζαν τα όργανα (ορχήστρα). 'Eκτοτε χαρακτηρίζεται στην ευρωπαϊκή μουσική με τη λέξη ορχήστρα το σύνολο των μουσικών και των οργάνων που αυτοί χειρίζονται και οι οποίοι κατά κανόνα καθοδηγούνται από ένα διευθυντή (μαέστρο, μαέστρος)

Η ορχήστρα άρχισε να αποκτάει σημασία ήδη κατά το 16ο αιώνα, με την ανάπτυξη της οργανικής μουσικής. Ως πρώτη ορχήστρα στην ιστορία με ενιαία πειθαρχία θεωρείται εκείνη του Λουλύ (Lully, Lully) στο Παρίσι με 24 βιολιά (Violons de roi), 2 όμποε και 1 φαγκότο. Η ορχήστρα με τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα, η ονομαζόμενη συμφωνική ορχήστρα, άρχισε να διαμορφώνεται στις αρχές της κλασικής εποχής, στα μέσα του 18ου αιώνα στη σχολή του Mannheim και δικαίωσε τη μορφή της σε σημαντικό βαθμό με τα έργα των Χάυντν (Haydn) και Μότσαρτ (Mozart). Κύριο χαρακτηριστικό της ήταν η τετραφωνία των εγχόρδων και η διπλή κάλυψη των πνευστών.
Σύγχρονη συμφωνική ορχήστρα

Η συνηθέστερη συγκρότηση της κλασικής ορχήστρας ήταν:

  • Πρώτα και δεύτερα βιολιά,
  • βιόλες,
  • βιολοντσέλα και κοντραμπάσα,
  • από 2 φλάουτα, όμποε, κλαρινέτα, φαγκότα και κόρνα.
Περί το τέλος του 18ου αιώνα προστίθενται ακόμα τρομπέτες και τύμπανα.

Ο Μπετόβεν (Beethoven) χρησιμοποιεί επιπλέον κόρνα, πίκολο φλάουτο, κοντραφαγκότο, τρομπόνια και αργότερα μεγάλα τύμπανα και διάφορα άλλα κρουστά (9η συμφωνία).

'Eτσι, ενώ μία κλασική ορχήστρα απαρτιζόταν από 20-40 όργανα (παλαιά ορχήστρα, Χάυντν, Haydn, συμφ. 104η, Μότσαρτ, Mozart, συμφ. 21, β' μέρος, Μπετόβεν, Beethoven, συμφ. 3, α' μέρος) που επαρκούσαν, αρχικά για την κάλυψη των αναγκών ψυχαγωγίας των ευγενών και ανώτερων κληρικών και παράλληλα και των φιλόμουσων της εποχής, σταδιακά, με τη δημιουργία και κατάλληλων χώρων για συναυλίες (σύγχρονη αίθουσα συναυλιών), ενισχύθηκε η συγκρότηση των ορχηστρών, κυρίως με πολλαπλασιασμό των πνευστών οργάνων, αλλά και με την εισαγωγή νέων. O Βάγκνερ (Wagner) χρησιμοποίησε το 1874 (Walkuere, Wagner, Bαλκυρία), εκτός των συνήθων οργάνων, μία μπάσα τρομπέτα, ένα κοντραμπάσο τρομπόνι, 8 κόρνα, 5 τούμπες (2 τενόρο, 2 μπάσο, 1 κοντραμπάσο) και 6 άρπες. Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα συγκροτήθηκαν ορχήστρες ακόμα και με περισσότερα από 100 όργανα και πολλούς χορωδούς (μεγάλη ορχήστρα π.χ. Μάλερ, Mahler, Mahler, συμφ. 5, β' μέρος).

Αυτή ήταν περίπου η εξελικτική πορεία της συμφωνικής ορχήστρας μέχρι τη δική μας εποχή. Περισσότερα ιστορικά στοιχεία δίνονται με πάτημα εδώ.


ΕΙΔΗ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ

Εξειδικευμένες μορφές ορχήστρας είναι:
  • Ως προς τη συγκρότησή της: Η ορχήστρα δωματίου, δηλαδή μία ορχήστρα, εγχόρδων ή πνευστών ή και συνδυασμός τους, η οποία μπορεί να πάρει θέση σε μία μικρή αίθουσα (camerata, Brahms, σεξτέτο εγχόρδων No.1, Mozart, κουιντέτο με κλαρινέτο), η ορχήστρα πνευστών και κρουστών που εκτελεί κυρίως ρυθμικά κομμάτια, συχνότερα δε εμβατήρια (Strauss, εμβατήριο Radetzky), η ορχήστρα τζάζ με ευρεία ή περιορισμένη συγκρότηση (big band, bebop, Jazz, Jazz) κ.ά.
  • Ως προς τον προορισμό της: Η ορχήστρα για όπερα (Verdi, Nabucco, Εμβατήριο των σκλάβων, Puccini, Butterfly - Petrella, Verdi, Nabucco - Callas), η εκκλησιαστική ορχήστρα (Bach, Πασχαλινό Ορατόριο, Haendel, Ο Μεσίας), η ορχήστρα ποικίλης μουσικής (συνήθως σε ραδιοφωνικούς / τηλεοπτικούς σταθμούς, Ray Charles, Take this chains from my heart ...), η ορχήστρα για χορό (Χορευτική ορχήστρα) κ.ά.
Είναι προφανές ότι τα όρια μεταξύ των διαφόρων τύπων ορχήστρας είναι ασαφή και παρουσιάζονται πολλές επικαλύψεις.